Ο πρωθυπουργός και το επιτελείο του δικαιούνται να είναι ικανοποιημένοι με την πρώτη του επίσημη επίσκεψη στο Βερολίνο. Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, η πάντα καλά ενημερωμένη Aγκελα Μέρκελ συνεχάρη τον Κυριάκο Μητσοτάκη για τα επιτεύγματα των πρώτων 50 ημερών και συμφώνησε μαζί του στην εκπόνηση ενός «πράσινου επενδυτικού σχεδίου» με ορίζοντα δεκαετίας για την προσέλκυση γερμανικών επενδύσεων στην Ελλάδα, με έμφαση σε τομείς όπως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η ηλεκτροκίνηση και η διαχείριση απορριμμάτων.

Οι δύο ηγέτες βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος και στο μεταναστευτικό – τόσο σχετικά με την ανάγκη πιο δίκαιου επιμερισμού του βάρους διαχείρισής του μεταξύ των κρατών-μελών όσο και σχετικά με τη συμβολή της Ε.Ε. στη φύλαξη των ελληνικών συνόρων.

Ωστόσο η καλή αρχή δεν διασφαλίζει ανάλογη συνέχεια. Η θερμότητα που επιδεικνύει ως οικοδέσποινα η κ. Μέρκελ μπορεί να εκληφθεί πρόωρα ως ένδειξη μίας ειδικής σχέσης. Τα όρια του πολιτικά εφικτού, όμως, όπως εκείνη τα αντιλαμβάνεται, δεν έχουν αλλάξει παρά ελάχιστα μέσα στα χρόνια. Και οι μεγάλες προσδοκίες έχουν επανειλημμένως διαψευστεί.

Ποιος θυμάται σήμερα π.χ. το φιλόδοξο σχέδιο «Ήλιος» της κυβέρνησης Παπανδρέου, με το οποίο η Ελλάδα θα εξήγαγε ηλιακή ενέργεια στη Β. Ευρώπη και ειδικά στη Γερμανία; Προϊόν του 2011, του πιο ζοφερού έτους της ύφεσης, εγκαταλείφθηκε ως μη ρεαλιστικό λιγότερο από δύο χρόνια αργότερα. Ο Αντώνης Σαμαράς, που είχε προκαλέσει την έντονη ενόχληση της καγκελαρίου με την αντιμνημονιακή του στάση ως αρχηγός της αντιπολίτευσης, έφυγε από την πρώτη τους συνάντηση ως πρωθυπουργός με μια νέα αισιοδοξία για τη στήριξη που θα του παρείχε στην πορεία εξόδου από τα μνημόνια. Δύο χρόνια αργότερα, θα τον άφηνε έκθετο στις επιθέσεις του Αλέξη Τσίπρα και στις ορέξεις των αγορών, σφραγίζοντας την πολιτική του μοίρα. Αλλά και ο κ. Τσίπρας, μετά την επίσκεψή του στην καγκελαρία τον Μάρτιο του 2015, πίστεψε ότι είχε πάρει αυτό που ήθελε: την πολιτική συνεννόηση που θα του επέτρεπε να παρακάμψει τους «θεσμούς». Κι αυτός διαψεύστηκε οδυνηρά, με ολέθριες συνέπειες για τη χώρα.

Ο κ. Μητσοτάκης τα γνωρίζει όλα αυτά. Ξεκαθάρισε ότι για θέματα που άπτονται των μετα-προγραμματικών δεσμεύσεων της Ελλάδας, ο συνομιλητής της κυβέρνησής του είναι οι «θεσμοί», όχι η κ. Μέρκελ. Σε αντίθεση με τον κ. Σαμαρά, δεν έχει απέναντί του μία αντιπολίτευση που απειλεί να ανατρέψει τα πάντα, ούτε αντιμετωπίζει κάποιο κίνδυνο πρόωρης λήξης της θητείας του. Σε αντίθεση με τον κ. Παπανδρέου το 2011, κυβερνά σε συνθήκες ανάπτυξης και εμπιστοσύνης των αγορών, όχι διαρκώς επιδεινούμενης ύφεσης και αποκλεισμού από αυτές.

Ακόμα και με αυτά τα πλεονεκτήματα, η υλοποίηση θα είναι το παν: οι Γερμανοί θα επενδύσουν, ίσως και να δεχθούν τη μείωση των δημοσιονομικών στόχων της χώρας σε βάθος χρόνου, μόνο αν φανεί ότι η Ελλάδα πραγματικά αλλάζει. Χωρίς ουσιώδη βήματα, στην κατεύθυνση της αξιοκρατίας και της βελτίωσης του επιχειρηματικού κλίματος, οι προσδοκίες της πρώτης επίσκεψης θα πέσουν και πάλι στο κενό.  

 





Source link

ΕΛΙΝΑ ΧΡΗΣΤΙΔΟΥ

Είμαι μια συντηρητικούρα που αρέσκεται στο να γράφει άρθρα στο blog.